Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

"Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος (Παπουλάκος)"




Δημήτριος Π. Λυκούδης,
πτ. Θεολογίας, πτ. Φιλολογίας, Υπ. Δρας Παν/μίου Αθηνών

«Τον θρήνησαν σαν άγιο, τον κήδεψαν κατά τις εντολές του και στον τάφο του, στο κοιμητήρι του μοναστηριού, γράψανε σ΄ένα ξύλινο σταυρό: ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ, ΚΗΡΥΚΑΣ. ΕΚΟΙΜΗΘΗ ΕΝ ΚΥΡΙΩ 18 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1861»(1).
Ο Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος (Παπουλάκος) γεννήθηκε στα χρόνια μεταξύ 1790-1795 στο χωριό Άρμπουνα των Καλαβρύτων. Από μικρός ασχολήθηκε βιοποριστικά με τη σφαγή κρεάτων. Έμαθε λίγα γράμματα, ανάγνωση και γραφή αυτοδίδακτος, καθώς δεν περίσσευε χρόνος για περισσότερες ασχολίες. Σε ώριμη ηλικία, έκτισε με πενιχρά μέσα ένα ησυχαστήριο και ασκήτευσε ως μοναχός σε αυτό, επιδιδόμενος σε προσευχητικά γυμνάσματα και καλλιεργώντας την ¨εν Χριστώ ησυχία¨, την εγκράτεια και την αποκοπή του ιδίου θελήματος. Με την πάροδο του χρόνου, άλλοτε αυτόκλητος και άλλοτε προσκεκλημένος, περιόδευε αρχικά στα χωριά της Αχαΐας και αργότερα και σε άλλους νομούς και δίδασκε το ιερό Ευαγγέλιο, την ορθόπρακτη αγάπη προς όλους και την ελεημοσύνη(2).
Ήταν δε τόση η απήχηση του φλογερού του κηρύγματος, ώστε, αλήθεια ήταν, έφθαναν κάποτε άνθρωποι από πολύ μακριά μόνο και μόνο να τον δουν, να τον ακούσουν, να πάρουν την ευχή του. Είναι ικανή η λογοτεχνική γραφίδα του Κωστή Μπαστιά ν΄αποδώσει ένα μέρος της αλήθειας της εποχής: «Τη μέρα που μπαρκάρισε για την Ύδρα, όλο το νησί τον ξεπροβόδισε με θρήνους και μόνη παρηγοριά τους έμεινε να πηγαίνουν να προσκυνάνε καθημερινά το προσκυνητάρι που είχανε στήσει στο δέντρο απ΄όπου είχε μιλήσει. Κάθε μέρα οι παπάδες δεν προκάνανε να διαβάζουνε παρακλήσεις και τ΄όνομα του οσιωτάτου πατρός ημών Χριστοφόρου μνημονευόταν σ΄όλες τις λειτουργίες και τους εσπερινούς»(3).
Η ποιμαντική φροντίδα του Παπουλάκου προς όλους ήταν χαρακτηριστική της οσιότητας του ανδρός. Αντιμετώπιζε καθέναν ξεχωριστά, στηλίτευε την αδιαντροπιά και συμβατικότητα των ανθρώπων, ευαγγελιζόταν το χαρμόσυνο ευαγγελικό μήνυμα, ήλεγχε τους αχαρίστους, επαινούσε τους αγωνιστές της Πίστεως και της Πατρίδος. Διαβάζουμε όσα σχετικά σε μια από τις ποιμαντικές επισκέψεις του στις Σπέτσες: «Ο Γέροντας από πόρτα σε πόρτα γύρισε όλα τα σπίτια του χωριού και πριν απ΄ όλα, τα σπίτια πούχανε αρρώστους και μοίρασεν ελεημοσύνες. Πολλοί, άρρωστοι χρόνια, με την ευλογία του σηκώθηκαν εφτάγεροι από το στρώμα και στα πρόσωπα των φτωχών και των άκληρων ξανάνθισε το χαμένο φως της ελπίδας και της σιγουριάς»(4).
Αντιμάχεται την πλεονεξία των ανθρώπων με αυστηρότητα και αδέκαστο ύφος. Είναι αλήθεια, ο Παπουλάκος δεν κιότεψε να αντιστρατευτεί με το τριμμένο ρασάκι του κάθε προύχοντα και ¨ισχυρό¨ άνδρα της εποχής του. Κάποτε, σε μια ομιλία του στα Τρόπαια, είπε μεταξύ άλλων: «Σας έκραξα για να σας μιλήσω. Ο Θεός έχει γυρίσει το πρόσωπό του απ΄τα Τρόπαια και γι΄ αυτό έπεσε τόσο θανατικό και τόση φτώχεια. Κι άμα ο Θεός σηκώσει το μάτι του από έναν τόπο, εκεί στήνει το βασίλειό του ο σατανάς»(5).
Ο Παπουλάκος συνέχιζε ιεραποστολικά το κηρυγματικό και αφυπνιστικό έργο του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού με φρόνηση και συνέπεια(5). Η απήχηση του κηρύγματός του ήταν μεγάλη, γεγονός που προκάλεσε τις εύλογες και αναμενόμενες αντιδράσεις τόσο της Ιεραρχίας όσο και των πολιτειακών Αρχών. Με εισήγηση της Ιεράς Συνόδου(7), η κυβέρνηση αναθέτει στον Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον γιό του μεγάλου οπλαρχηγού, να συλλάβει τον αγαθό γέροντα(8), καθώς προηγούμενες απόπειρες από άλλους είχαν αποτύχει. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, ο Παπουλάκος αναμένοντας την επίσημη απαγγελία της κατηγορίας και έναρξη της δίκης του, βρέθηκε ¨φυλακισμένος¨ σε ένα ερημικό κελί στην Ιερά Μονή της Παναχράντου στην Άνδρο. Από εκεί, από τον σιδερόφραχτο φεγγίτη της απομόνωσής του, ο κουρασμένος πιά γέροντας, θα συνεχίσει να ελέγχει και να απευθύνεται με μένος, κατηγορώντας και στηλιτεύοντας τους απανταχού διώκτες και κατηγόρους του. Η φωνή του σίγησε ένα ήσυχο βράδυ! Αφ΄ ότου κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και ζήτησε συγχώρηση από τους παρισταμένους Πατέρες και Μοναχούς, παρέδωσε την ψυχή του γαληνεμένα και μακάρια, ψελλίζοντας το «Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία Σου»(9).
Ο Παπουλάκος, τόσα χρόνια μετά την οσιακή κοίμησή του, συνεχίζει και σήμερα να ¨προκαλεί¨ αμφίσημες αντιδράσεις και κριτικές. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναγνωρίζουν στο πρόσωπό του τον λαοπλάνο αγύρτη, τον μοναχό αμόναχο που ¨αυτόκλητος¨ αυτοχρίσθηκε σωτήρας της οικουμένης και βάλθηκε να ¨αγιάσει¨ τον κόσμο γύρω του(10). Στην αντίπερα όχθη, χορεία  που κατατάσσεται και ο γράφων δια της παρούσης αναφοράς, ο Παπουλάκος αποτέλεσε και αποτελεί βακτηρία και παραμυθία ψυχών, άνθος μυρίπνοο, στυλοβάτης της Πίστεως και της Πατρίδος, αγέρωχος πρόμαχος των ιερών και οσίων!
Ακόμη και τώρα, σαν να αντηχούν στα αυτιά μου εκείνα τα λόγια του, τότε, που για οκτώ σχεδόν χρόνια ¨φυλακισμένος¨ στο κελί της Παναχράντου, ο Παπουλάκος δεν κιότεψε, ναι, αλήθεια είναι, δε φοβούνται οι άνθρωποι του Θεού: «Ο λόγος του Χριστού δεν δένεται. Ο σπόρος που έσπειρε έχει καταχωνιαστεί σε τέτοιο βάθος, που όσο και να σκαλίσουν οι τύραννοι και οι άπιστοι δεν θα καταφέρουν να τον αφανίσουν. Πλούσια θ΄ ανθίσει η βλάστηση και νικητής θάναι πάντα ο Χριστός»(11).

Παραπομπές:

1. Μπαστιά Κωστή, Ο Παπουλάκος, Εκδοτική Αθηνών 1991, σελ. 316.

2. Πρβλ., Παπαδημητρίου Κώστα, Κωστή Μπαστιά: Παπουλάκος, στο περιοδικό ¨Θεοδρομία¨, τεύχος 1, Ιανουάριος - Μάρτιος 2013, σελ. 15-23.

3. Μπαστιά Κ., Ο Παπουλάκος, σελ. 273.

4. Αυτόθι, σελ. 272.

5. Αυτόθι, σελ. 137. Και συνεχίζει: «Μέσα εδώ στα Τρόπαια, ζούνε ανάμεσά μας, άνθρωποι καταραμένοι, όργανα του διαβόλου, που μαζώξανε το χρυσάφι με το ψέμα, με το δόλο, ρουφώντας το αίμα σας, επειδή τάχα σας ευκολύνανε ν΄ αγοράσετε το χωράφι σας, ή να πάρετε το ζωντανό σας. Αυτοί είναι πιο καταραμένοι κι από το φονιά, είναι οι πιο κριματισμένοι ανθρώποι και μέσα τους, αντί για ψυχή, φωλιάζει ο σατανάς», Αυτόθι, σελ. 137.

6.Πρβλ., Μεταλληνού Γεωργίου(Πρωτοπρεσβ.), Παράδοση και Αλλοτρίωση, Δόμος, Αθήνα 2001, σελ. 108. 

7.Βλ. σχ., Παπαδημητρίου Κ., Κωστή Μπαστιά: Παπουλάκος, σελ. 21.

8. «Όσο για τον Παπουλάκο, τα μέτρα που αποφασίστηκαν έδιναν την εικόνα αληθινής εκστρατείας. Αποφασίστηκε να συναχτούν στη Μάνη δυό-τρεις χιλιάδες τακτικός στρατός και χωροφυλακή. Ωρίστηκε(sic) αρχηγός ο υποστράτηγος Γενναίος Κολοκοτρώνης, γυιός(sic) του δοξασμένου Γέρου του Μοριά, και διατάχτηκαν να αρμενίσουνε στα νερά της Λακωνίας τα πολεμικά ¨Κανάρης¨, ¨Όθων¨, ¨Ματθίλδη¨, ¨Αμαλία¨ και ¨Σκύλα¨. Ακόμα δόθηκε στο στρατηγό Κολοκοτρώνη το δικαίωμα να στρατολογήσει πολιτοφύλακες για την τάξη, ώστε ο ταχτικός στρατός κι η χωροφυλακή να κυνηγούν μονάχα τον Παπουλάκο», Μπαστιά Κ, Ο Παπουλάκος, σελ. 281.

9.Αυτόθι, σελ. 316.

10.Πρβλ., Παπαδημητρίου Κ., Κωστή Μπαστιά: Παπουλάκος, σελ. 22-23.

11.Μπαστιά Κ., Ο Παπουλάκος, σελ. 303.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου