Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Κιμιντένια Παράπληκτα


Υπό Δημητρίου Π. Λυκούδη
Θεολόγου – Φιλολόγου, Υπ Δρος Παν/μίου Αθηνών

  Τα προσωπικά μου Κιμιντένια1 αναδύονταν καθ΄ εκάστην που ανασκάλευα τα  θυλάκια της μνήμης μου και πορευόμουν στην απεραντοσύνη της Θείας Αγάπης , αναζητώντας διαπύρως και διακαώς επαρωγόν να προσδώσει ευμενώς παραμυθία και χώρο στην ερημοσύνη των περιπλανήσεών μου. «Ἔξερρε γαίας»  αφουγκραζόμουν επάνωθεν την  προτροπή και ως άλλος Στέντορας2 αναζητούσα το γνώμα , τη βεβαιότητα , το γλύφανον να σμιλεύσω και ν΄ απεμπολήσω τη θωπεία και τα κοράσια του Αχελώου και της Καλλιόπης3 που μου ψιθύριζαν «Οὔπω καιρός».

Τότε ήταν που καταπιανόμουν με την ευαγή απόπειρα του σαρκίου μου να υπερβεί την κτιστότητα της υπάρξεώς μου και ως λάλος δακρειχίων ασκούσα ¨βία ¨ στον αβίαστο νου μου να κατανοήσω ότι η διυποκειμενικότητα πρέπει να εννοηθεί ως σχέση ανάμεσα σε ένσαρκα υποκείμενα4.
«Ἡ ἀγάπη λογίζεται καὶ ὑπερλογίζεται ὅταν παραλογίζεται», σκεπτόμουν αναλογικά… «Ἡ φυγὴ δὲν εἶναι νίκη, τ’ ὄνειρο εἶναι τεμπελιά, καὶ μόνο τὸ ἔργο μπορεῖ νὰ χορτάσει τὴν ψυχὴ καὶ νὰ σώσει τὸν κόσμο».5. Αυτή η «πρωταρχικὰ ἀμοιβαία συν–ύπαρξη»6 οριοθετεί και την συγκρότηση του αντικειμενικού κόσμου , του «πολυχώρου» που εξομιλώ και θυμομαχώ αβίαστα ένεκα της αγάπης.
Τα «Κιμιντένια» δεν άργησαν να αποποιηθούν το αδέκαστο και προσηνές της ιδιοπροσωπίας τους και να μεταποιηθούν σε παράπληκτα , απόρροια της ασυμβίβαστης συ - ζυγίας μας. Τότε ήταν που ως άλλος Θαλής έφθασα να απορώ σεμνότυφα με τον εαυτό μου και εναγκαλιζόμενος το της «αἰδοῦς ἐρύθημα» να στρέφομαι στην άμοιρη οντικότητά μου και να καταθέτω «Οὐκέτι καιρός».
Δεν έπαψα όμως να διατρανώνω ότι η εσχατολογική πρόγευση του Τριαδικού Θεού που εδράζεται στην οντολογική αγάπη, δύναται να διατηρηθεί μόνο ως επιστροφή και ανθρωποκεντρική – κοσμοκεντρική προσέγγιση με αφετηρία την καρδιά ενός εκάστου.  «Ὁ Θεός, ἐνῶ κατὰ φύσιν εἶναι ἀχώρητος, ὅταν θελήσει γίνεται καὶ χωρητὸς κατὰ θέλησιν καὶ ἀγάπην καὶ χάριν».7 Μόνο υπό αυτήν την έννοια, κάθε αναγνώριση , ανάκληση , ανάπλαση8 των ¨αβίαστων ¨ θυμησών μου μεταμορφώνεται στην κοινοτική κοινωνία της εκκλησιαστικής αγιότητας ως αναγωγή στην αιώνια κοινωνία των αυθυπόστατων, κοινωνικών , αθανάτων και αιωνίως ζώντων Τριών Προσώπων της Παναγίας Τριάδας.
Κοντομεσίς στην πανανθρωπότητα και παγκοσμιότητα των καρδιακών μου αισθήσεων , κάθε θεοείκελη και χριστονοσταλγική οντότητα νοσταλγεί και επιποθεί το Πρωτότυπο, το Αρχέτυπο , την Πρωτοεικόνα του , τον Κύριο της Δόξης Ιησού Χριστό. «Θεὸς εἶναι ὄχι ἡ δύναμη ποὺ βρῆκε τὴν αἰώνια ἰσορροπία, μὰ ἡ δύναμη ποὺ σπάζει αἰώνια τὴν κάθε ἰσορροπία, ζητώντας ὅλο κι ἀνώτερη. Καὶ βρίσκει τὸ Θεὸ καὶ δουλεύει μαζί του ὅποιος μὲ τὴν ἴδια μέθοδο, στὸ στενό του κύκλο, ἀγωνίζεται καὶ προχωρεῖ»...9
«Οὔπω καιρός» λοιπόν που το «ἐρωτάριον» θα μετουσιωθεί σε ερωτομανία προς κάθε υψοποιό και θεοφιλές , προς κάθε θεάρεστο και χριστομίμητο. Έως τότε , τα Κιμιντένια - τι και αν παράπληκτα πια- θα εφησυχάζουν στην κίβδυλη πλην όμως γηθόσυνη καθημερινότητα…


[1] Τον ως άνω τίτλο δανείστηκα από το ομώνυμο κεφάλαιο του Ηλία Βενέζη στο έργο Αιολική Γη , Εστία , Αθήνα 1992, σελ. 23-29.


[2] . Στέντωρ [ Στέντορας , ο ]. Ο Όμηρος αναφέρει έναν από τους Έλληνες , που πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας. Έγινε πασίγνωστος για τη δυνατή φωνή του και καταγόταν από την Αρκαδία ή τη Θράκη. Ο Όμηρος τον χαρακτηρίζει ¨χαλκόφωνο¨ και λέει ότι η φωνή του είχε δύναμη όση 50 ανδρών μαζί. Από τότε το όνομά του έγινε επίθετο που χαρακτηρίζει τη δυνατή φωνή, [ Μυθολογικό και Ομηρικό λεξικό , εκδ. Αγγελάκη , Αθήνα 1987, τόμ.2ος, σελ. 228-229.

[3] Αυτόθι , σελ. 220-221, Πρβλ., Σφυρόερα Σοφία , Η Μυθολογία των Ελλήνων, Ελληνικά γράμματα , Αθήνα 2003 , σελ.271-274.

[4] Zahavi D., Χούσερλ, Εισαγωγή στη Φαινομενολογία του, Αρμός , Αθήνα 2010, σελ.226. « Ο Χούσερλ θεωρεί ότι η ενσυναίσθηση προϋποθέτει μια συγκεκριμένη ομοιότητα ανάμεσα στο ξένο ενσώματο υποκείμενο που συναντώ και στον εαυτό μου. Εάν δεν ήμουν ο ίδιος υποκείμενο , δε θα μπορούσα ποτέ να αναγνωρίσω άλλα ενσώματα υποκείμενα», [Αυτὀθι, σελ.226-227]

[5] Καζαντζάκη Νίκου , Συμπόσιον, εκδ. Ελένης Καζαντζάκη , Αθήνα 2001, σελ.11,

[6] Ο Theunissen την αποκαλεί Veranderung , βλ.σχ., Zahavi D., Χούσερλ, σελ.235-239,

[7] Αγίου Ιππολύτου Ρώμης, Αίρεσις 9,10,PG 16,378Α, Πρβλ., Γιέφτιτς Αθανασίου, Επισκόπου , Χριστός , η Χώρα των Ζώντων, Ίνδικτος , ΑΘΗΝΑΙ 2007 , κυρίως τις σελίδες 90-96

[8] Πρβλ., Παπαδόπουλου Νίκου , Ψυχολογία , Σύγχρονη Πειραματική , Αθήνα 2003 , σελ. 313-315

[9] Καζαντζάκη Ν., Συμπόσιον, σελ. 83.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου