Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

"Το βίωμα της οντολογικής σχέσης του κτιστού κόσμου με τις άκτιστες θείες προόδους της τριαδικής θεότητας μέσω της προσευχής."



 Δημήτριος Π. Λυκούδης,
πτ. Θεολογίας, πτ. Φιλολογίας, Υπ. Δρας Παν/μίου Αθηνών

 
Η οντολογική σχέση του κτιστού κόσμου με τις άκτιστες θείες προόδους της τριαδικής θεότητας διακόπηκε με την ανυπακοή των πρωτοπλάστων[1].
      Η θέωση του κτιστού ήταν ανέφικτη εξαιτίας της προπατορικής αμαρτίας. Το οντολογικό πταίσμα του Αδάμ, η προσπάθεια δηλαδή του ανθρώπου να υποκαταστήσει τον ίδιο τον Άγιο  Θεό συνεπέφερε τη φθορά και το θάνατο, αφού «ξ οκ ντων κτιστός κόσμος στρεψε τήν κοινωνία του πρός τόν ξ οκ ντων κτιστό νθρωπο»[2]. Έτσι, παρέμενε ως διαχρονική αδυνατότητα η σωστική επέμβαση στην κτίση και στην ιστορία οποιουδήποτε, εκτός του Θεού.


Η άρση όμως και η αποβολή του προπατορικού αμαρτήματος, η ανακαίνιση του «κατ’ εκόνα καί καθ’ μοίωσιν» κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και η επάνοδος του ανθρώπου στην παραδείσια κατάσταση επιτυγχάνεται μέσω του απολυτρωτικού έργου του “νανθρωπίσαντος Θεο Λόγου”. « Θεός Λόγος γίνεται ληθής νθρωπος, καί διά τς σαρκώσεως, τς διδασκαλίας, το σταυρικο θανάτου καί το κορυφαίου γεγονότος τς ναστάσεως Ατο, παλλάττει τόν νθρωπον κ τς μαρτίας καί το θανάτου καί χορηγε ες ατόν τς λευθερίαν, ναγέννησιν, νακαίνισιν καί ζωήν»[3].
Ο άνθρωπος ως δημιούργημα “κατ’ εκόνα καί καθ’ μοίωσιν” προβάλλεται ως δραστικό και δημιουργικό πρόσωπο και αυτοεντάσσεται σε μια δυναμική πορεία. Αμέσως τοποθετείται σε σχέση και σε πορεία, ακριβώς γιατί είναι πλασμένος “κατ’ εκόνα καί καθ’ μοίωσιν Θεο”. Μια διαρκής πορεία και δραστηριότητά του ως «μιμητής καί συνεργάτης το Θεο»[4], με απώτερο στόχο την «ναμόρφωσίν του  ρχαίου κάλους καί τήν πίτευξιν το καθ’ μοίωσιν»[5]. Αυτήν την πορεία προς την αληθήν πραγματικότηταν, η οποία είναι ο Θεός, δύναται ο άνθρωπος να προσεγγίσει και μέσω της προσευχητικής αναγωγής του προς το θείο.
« θεολογική χάρι καί μπνευσι ρχεται ξαίφνης νωθεν, μία στιγμή πού δέν περιμένεις· μία στιγμή, πού γιά νά φτάσης πέρασες βάσανα δοκιμασιν καί καταιγίδων. Τή στιγμή κείνη τς συχίας καί διαύγειας – μετά τήν καταιγίδα – φαίνονται ναργώς τά κεκρυμμένα, “τά δηλα καί τά κρύφια”.
Καί πάλι, ν τά πάντα καλύψη νέφος καί μίχλη κηδίας, νθρωπος τς Χάριτος κυκλοφορε πρόσκοπτα, γιατί μέσα το παραμένει φωτεινή τοπογραφία το πεδίου πού το χει ποκαλυφθ.
Εναι χάρισμα Θεο νά φιλοξενς πό γεννησιμιο σου τά ρωτήματα καί τίς πορίες γιά τά μέγιστα καί τά πρτα. Καί ατά τά ρωτήματα – μέ τήν πιθυμία τς νώσεως τν ντιθέτων – νά ζυμώνουν τό εναι σου.
Εναι τολμηρό, λλά καί μεγαλειδες, νά τά δώσης λα· καί, ξεπερνώντας τά ρια τς φθορς, νά παραδοθες στά χέρια το Δυνατο. Καί νά μιλς σύ στό τέλος, λλά χάρις το Θεο διά σου, ν πάση ασθήσει καί συντριβή»[6].
Ο προσευχόμενος κοινωνεί το Φώς της Αποκαλύψεως, βιώνει την μεταμόρφωσή του μέσα στο φώς του Θεού. Δεν μεταβάλλεται η φύση του, ακόμα και όταν καθίσταται ¨κεχαριτωμένος¨ “κατά χάριν Θεού”, αλλά μεταμορφώνεται φθάνοντας στη θέωση, χωρίς παράλληλα να παύει να είναι άνθρωπος και κτίσμα.
Ο Μέγας Βασίλειος παρατηρεί: «Πρωταρχικόν καθκον το νο εναι νά ποκτήση πίγνωσιν το θεο, τοιάυτην φυσικά πίγνωσιν, ση εναι δυνατή προκειμένου περί δύο κρως νομοίων ντων, το λαχίστου πό τήν μίαν πλευράν καί το πειρομεγέθους πό τήν λλην. Σημειωτέον μως τι ατή γνσις δέν εναι νοησιαρχική, λλά πνευματική, καί διά τοτο δύναται νά ερίσκεται ες συσχετισμόν μέ τήν πνευματικόν μπειρίαν. Μεταξύ θείας νεργείας, γνώσεως, πίστεως, προσκυνήσεως, πάρχει στενή λληλουχία κατά τήν ποίαν κάστη λειτουργία παράγεται πό τήν μέσως προηγούμενην καί ερίσκεται πίσης ες λληλεξάρτησιν μέ λας τάς λλας»[7].
Η συχνή επίκληση του ονόματος του Ιησού κάνει τη λαμπρότητα της Μεταμορφώσεως να διεισδύει μέσα σε κάθε πτυχή της ζωής του ανθρώπου[8]. Αρχικά μεταμορφώνει τη σχέση του προσευχόμενου με τον υλικό κόσμο που την περιβάλλει και ακολούθως με τους συνανθρώπους του.
Ο καθηγητής Μ. Μπέγζος γράφει: « ζωή εναι σχέση. Ζε μόνο ,τι σχετίζεται, δηλαδή πικοινωνε, νταλλάσσει νέργεια μέ τό περιβάλλον του, καί ζε τόσο χρόνο, σο διαρκε ατή σχέση. Τά δύο διώματα τς ζως εναι σχέση καί νέργεια»[9].
Και συνεχίζει: « παρξη εναι συνύπαρξη. Τίποτα δέν πάρχει, καθετί συνυπάρχει· δέν ζε μόνο του, λλά συζε, καί μάλιστα χι μέ τό μοιό του, λλά μέ τό νόμοιό του, τό διαφορετικό, κόμα καί μέ τό ντίθετό του, τό λλο. νθρωπος μέ τό συνάνθρωπο, τόν λλο νθρωπο, μέ τόν κόσμο, μέ τό Θεό»[10].
Μέσω της αυτογνωσίας ο προσευχόμενος δύναται να φθάσει σε μία “σχετική” γνώση του εαυτού του, ν’ αγγίξει τον αυτοπροσδιορισμό του ως κτίσμα. Μπορεί να φθάσει στην φυσική γνώση της Δόξας του Θεού και ακόμη να διανοηθεί “απόλυτο Όν”. Εδώ όμως συναντάει το αξεπέραστο όριο, αφού η γνώση του Θεού είναι η χαρισματική πράξη της αποκαλύψεώς του[11]. « θεία πρωτοβουλία, “γνώση” το νθρώπου π’ τόν Θεό, εναι κείνη πού θά κάμει νά ναβλύση ς πάντηση το νθρώπου νομα το Θεο. ποκάλυψη ατή πηγάζει πό τήν Θεία φιλανθρωπία, πό τήν προαιώνια πόφασή της νά σαρκωθε μέ τόπο τς τόν κατ’ εκόνα Θεο νθρωπο»[12]. Έτσι ο άνθρωπος, μέσω της προσευχής λαμβάνει τη δωρεά της πίστεως και ως φυσικό επακόλουθο της έμφυτη χάρη της «θεωρητικς δεκτικότητας»[13].
Αυτό το “σχετικό μέτρο” της γνώσης του Θεού που προσφέρεται ως δωρεά στον άνθρωπο μεταμορφώνει ολόκληρη την κτίση σε ναό του Θεού και σε λατρευτική κιβωτό σωτηρίας. «Οι προσευχές των Αγίων και Γερόντων της Ορθοδοξίας τοποθετούν τον άνθρωπο στα πλαίσια μιας κοσμικής λειτουργίας στην οποία όλη η κτίση γίνεται ναός και δοξολογία του Θεού. Σε αυτή την ευχαριστιακή σύναξη οι προσευχές των Αγίων και ιδιαίτερα η μεσιτεία της Παναγίας δύνανται να μεταβάλλουν ακόμα και την ίδια την “θέληση” του Θεού»[14].
Ο προσευχόμενος ως ελεύθερο ον[15] κατευθύνεται φυσικά και αβίαστα προς τον Θεό διότι ως φύση δεν έχει ανάγκη επιλογής αφού γνωρίζει φυσικώς το αγαθό. Γι΄ αυτό ο άνθρωπος ποθεί συνεχώς και ακορέστως την κοινωνία μέσω της προσευχής με τον Τριαδικό Θεό διότι μυείται στον εμπειρικό δρόμο της ενώσεως μαζί Του.
Ο Γέρων Χερουβείμ Καράμπελας θυμάται: « κόλουθη σκηνή θά μείνη νεξίτηλη στήν μνήμη μου: νας λευκογένης σκητής, πολύ λικιωμένος, δέν φοροσε παπούτσια. Κρύωνε περβολικά καί εχε τυλίξει τά πόδια του μέ τσουβάλια. Κάποια στιγμή πλησίασε στήν ποτυπώδη θερμάστρα, πού πρχε κε, καί προσπαθοσε νά θερμάνη τά κοκκαλιασμένα πόδια του. Μένοντας μως κε γιά ρκετή ρα, πορροφημένος στήν προσευχή, χωρίς νά τό ντιληφθ, τά τσουβάλια πύρωσαν, ρπαξαν φωτιά καί ρχισαν νά καίγονται! Ο νεότεροι τρέξαμε μέσως καί σβήσαμε τήν φωτιά. Ετυχς τά πόδια το γέροντος δέν παθαν γκαύματα.
κτός πό μς πού τρέξαμε μέσως, γιά νά τόν βοηθήσουμε, ο λλοι πατέρες δέν καναν καμμιά κίνησι. σως νά μήν ντελήφθησαν καν τό γεγονός. φοσιωμένοι στήν λατρεία το Θεο, συνέχιζαν τήν γρυπνία μέ τό κεφάλι σκυμμένο στό στθος καί μέ τό κομποσχοίνι στό χέρι, πού δουλεύεται κούραστα…»[16].
Μέσα στα όρια της προσευχητικής διαστάσεως, ασύλληπτα, ως προς τον ακριβή και χωροταξικό προσδιορισμό τους, ο άνθρωπος ενώνεται με τον Θεό υπό το φως μιας υπερφυσικής πραγματικότητας. Το μυστήριο της μεθέξεως στην κοινωνία του Θεού παραμένει απρόσιτο στον ανθρώπινο νού και απροσπέλαστο, πλην όμως, καθίσταται βίωμα μέσω τα ορθοπραξίας, μέσω της γνώσης και της ενοίκησης του Λόγου ως μυστικής θεολογίας. Στην Ορθοδοξία ο προσευχόμενος “ενώνεται” με τον Χριστό και επομένως με ολόκληρη την Αγία Τριάδα, ένωση που εκφράζεται ως δοξασμός και θέωση στο ποσοστό που μετέχει στη θεϊκή άκτιστη δόξα του Χριστού[17].
Η καρδιακή προσευχητική ενατένιση προς το θείο, στηριγμένη στην άδολη “ερωτική” προδιάθεση του ανθρώπου και εμφορούμενη από αγαστά συναισθήματα μετανοίας και ταπεινώσεως, αποκτά υπερφυσική δύναμη, ικανή να “κάμψει” ακόμη και αυτή τη “θέληση” του Δημιουργού[18]. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο πιστός μετέχει στην πολλαπλότητα των ενεργειών του Θεού, όχι με την έννοια ότι αυτές είναι αυτοτελείς και αυτόνομες, αλλά ως πολλές ενέργειες «ταυτίζονται πρός τήν μίαν νέργειαν, φο μία θεία νέργεια πληθύνεται νικς καί μερίζεται μερίστως, ς λιος, φερ’ επεν, κτινοβολε διά πολλν κτίνων τό ν φς ατο»[19].
Ο γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ τονίζει: «Πς νθρωπος ψευσθς, ς προελθν ν το “μή ντως”. Μόνον διά τς ν μίν νοικήσεως το Θεοληθείας γινόμεθα καί μες “ληθινοί”. Ζσα λήθεια μεταμορφοί μς διά τς λεύσεως Ατς ντός μν. λήθεια, πόλυτος οσα, ναγκαλίζεται καί συγκρατε τά πάντα. στις θά “γνωρίση” τήν λήθειαν ταύτην, κατά τόν λόγο ατς ταύτης τς ληθείας, λευθεροται πό τίς φ μν θανατηφόρου ξουσίας τς μαρτίας. Εναι αώνιος, καί καθιστά μς θανάτους. Θεός – λήθεια περγάζεται καί μς ν ληθεία Θεο. “Θεούς”, οχί διά τά λλα λογικά κτίσματα, λλά θεούς κατά τήν μεταδοθεσαν ες μς μορφήν το εναι καί κατά τό περιεχόμενον τς ζως ταύτης»[20].



 Παραπομπές:



[1] Βλ.,Σχ., Ματσούκα Νίκου, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’, Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 206, σελ. 202-216, Ξεξάκη Νικολάου, Ορθόδοξος Δογματική Γ΄, Έννοια, Αθήνα 2006,  σελ. 198-224, Ανδρούτσου Χρήστου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αστήρ, Αθήνα 1956, σελ. 145-164.

[2] Νικολαΐδη Νίκου, Ανάλεκτα (περί τοῦ ὄντως Ὄντος καί τῶν ὄντων), τόμος Α’ , εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 51.

[3] Ξεξάκη Νικολάου, Ορθόδοξος Δογματική Γ’, σελ. 225-226.

[4] Ματσούκα Νίκου, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ’, Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2005,  σελ. 194.  Ο ίδιος πού γλαφυρά γράφει: «Ὡστόσο ἡ θεολογία, ἡ ὁποία ἀνέπτυξε μία πλούσια διδασκαλία γιά τήν εἰκόνα ὡς ἀνθρωπολογική ἔννοια, καθιέρωσε τρεῖς βασικές θέσεις γιά τό κατ’ εἰκόνα καί τό καθ’ ὁμοίωσιν: 1)  Ἡ εἰκόνα δηλώνει μία ἀμετακίνητη σχέση μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, 2)  Ἀποκλείει τή φυσική συγγένεια σέ τούτη τή σχέση, καί δέχεται τήν ἑτερότητα καί συνάμα τήν ἐτερουσιότητα τοῦ δημιουργήματος σέ ἀναφορά πρός τό δημιουργό. Γι’ αὐτό ἡ σωστή ἔκφραση εἶναι: τό κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ δημιούργημα, καί ὄχι τό δημιούργημα ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἡ δεύτερη ἔκφραση, μολονότι χρησιμοποιεῖται, εἶναι καταχρηστική. 3)  Σέ τούτη τή σχέση κτιστοῦ καί ἀκτίστου, εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο τό καθ’ ὁμοίωσιν. Τό δημιούργημα τείνει νά γίνει Θεός κατά χάριν, νά φτάσει τήν ἄκρα τελείωση, νά μοιάσει τόν Θεό. Τούτη ἡ φορά εἶναι ἐξάπαντος ἀποτέλεσμα μίας προίκας πού ἔδωσε ὁ δημιουργός στό πλάσμα του, ἀλλά δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ὡς μία αὐτόνομη ἐμφυτότητα», (Αυτόθι, σελ. 195-196).

[5] Ξεξάκη Νικολάου, Ορθόδοξος Δογματική Γ’, σελ.227.

[6] Βασιλείου (Αρχιμανδρίτου), πρώην καθηγουμένου Ι. Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους, Φῶς Χριστοῦ φαίνει πάσι, εκδ. Αρμός 2002, σελ.12.

[7] Χρήστου Π., Ελληνική Πατρολογία, τόμος Δ’, Περίοδος Θεολογικής ακμής, Δ’ και Ε’ αιώνες, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 61.

[8]Ο Επίσκοπος Κάλλιστος Ware τονίζει: «Λειτουργικά ἡ Εὐχή δέν εἶναι λιγότερη περιεκτική· περιλαμβάνει τίς δύο κύριες “στιγμές” τῆς Χριστιανικῆς Λατρευτικῆς πράξης: τή στιγμή τῆς προσκύνησης, τῆς ἐνατένισης τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ κι τῆς ἀναζήτησής Του μέ τήν ἀγάπη· καί τή “στιγμή” τῆς μετάνοιας, τῆς αἴσθησις τῆς ἀναξιότητας καί τῆς ἁμαρτίας. Ὑπάρχει μία κυκλική κίνηση μέσα στήν Προσευχή, μία ἀκολουθία ἀνάβασης καί ἐπιστροφῆς. Στό πρῶτο μισό της Προσευχῆς ἀνερχόμαστε πρός τό Θεό: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ Θεοῦ,…” καί κατόπιν στό δεύτερο μισό γυρίζουμε στόν ἑαυτό μας μέ συντριβή “…ἐλέησον μέ τόν ἁμαρτωλό”. Ἐκεῖνοι πού ἔχουν γευθεῖ τό  δῶρο τοῦ Πνεύματος ἔχουν ταυτόχρονα συνείδηση δύο πραγμάτων: ἀπό τή μία μεριά τῆς Χαρᾶς καί τῆς Παρηγοριᾶς· ἀπό τήν ἄλλη μεριά, τῆς ταραχῆς, τοῦ φόβου καί τοῦ θρήνου. Τέτοια εἶναι ἡ ἐσωτερική διαλεκτική της Νοερᾶς Προσευχῆς», (Ware Καλλίστου, Η Δύναμη του Ονόματος, Ακρίτας, Αθήνα 1983, σελ. 31-32).

[9]Μπέγζου Μάριου, Νεοελληνική Φιλοσοφία της Θρησκείας, Θεολογία, Τεχνολογία και Ιδεολογία, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998, σελ. 230.

[10] Αυτόθι, σελ. 230.

[11] Για τη σχέση γνώσης – αποκάλυψης βλ. σχ. Μεταλληνού Γεωργίου, Πρωτοπρεσβυτέρου, η ταυτότητα του Αγίου, περιοδ. “Πειραΐκή Εκκλησία”, τεύχ. 204, Μάιος 2009, σελ. 36-38.

[12] Ευδοκίμοφ Παύλου, Η Ορθοδοξία, Ρηγόπουλου, Αθήνα 1965,  σελ. 64.

[13] Αυτόθι, σελ.62.

[14] Γαϊτάνη Βασιλείου, Από την Επικοινωνία στην Κοινωνία, Γρηγόρη, Σύγχρονες θεωρίες επικοινωνίας και Ορθόδοξος Επικοινωνιακή θεολογία,  Αθήνα 2008,  σελ. 271.

[15] Ο Μητροπολίτης Ι. Βλάχος παρατηρεί: «Μιλώντας ὅμως γιά τό αὐτεξούσιο, ἁπλῶς θέλω νά τονίσω ὅτι τό αὐτεξούσιό του ἀνθρώπου δέν εἶναι δεῖγμα τελειότητος, ἀλλά ἀτελείας. Ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει ἐλευθερία μέ τήν τελεία ἔννοιά της, ἀφοῦ ἡ ἐλευθερία δέν εἶναι ἁπλῶς τό δικαίωμα καί ἡ δυνατότητα ἐπιλογῆς, ἀλλά ὁ αὐτοκαθορισμός τή ὑπάρξεως. Ὁ Θεός ἔχει ἐλευθερία μέ τήν τέλεια μορφή, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ἔχει τήν σχετική ἐλευθερία ἀκριβῶς γιατί ὁ ἴδιος δέν καθορίζει τήν ὕπαρξή του, ἀφοῦ μάλιστα ἡ μεγαλύτερη πρόκληση γιά τήν ἐλευθερία, ὅπως ἔχει εἰπωθῆ, εἶναι τό δεδομένο τῆς ὑπάρξεως», Βλάχου Ιεροθέου, (Αρχιμανδρίτου, νυν Μητροπολίτου Ναυπάκτου), Το πολίτευμα του Σταυρού, εκδ. Ιεράς Μονής Γενεθλίου ης Θεοτόκου “Πελαγίας”, Λειβαδιά 1992, σελ. 217..

[16] Καράμπελα Χερουβείμ (Αρχιμ), Από το Περιβόλι της Παναγιάς, Νοσταλγικές Αναμνήσεις, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1997, σελ. 195-196. Ο ίδιος ακόμη γράφει: «Τόν π. Μόδεστο τόν ἐκτιμοῦσα πάρα πολύ καί προσπαθοῦσα κάθε φορᾶ πού πήγαινα στή Μονή, νά περάσω τήν περισσότερη ὥρα κοντά του. Μοῦ εἶχε δώσει νά καταλάβω ὅτι καρπός καί προϋπόθεσις τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ κοινωνία μέ τόν Θεόν, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται διά τῆς προσευχῆς καί τῆς μυστηριακῆς ζωῆς». (Αυτόθι, σελ. 263).

[17] Βλ. σχ., Γαϊτάνη Βασιλείου, Από την Επικοινωνία στην Κοινωνία, σελ. 218. Ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς γράφει σχετικά: «Ὅταν ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός σκέπτεται, τό κάμνει ἐν προσευχή, μετά φόβου καί τρόμου, διότι γνωρίζει ὅτι εἰς αὐτό μυστικῶς συμμετέχει ὅλος ὁ χορός τῶν Ἁγίων, ὅλος ὁ χορός ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Οὐδέποτε οὗτος ἀνήκει εἰς τόν ἑαυτόν του, ἀλλά εἰς ὅλους τους Ἁγίους, καί δί’ αὐτῶν εἰς τόν Πανάγιον ΚΎΡΙΟΝ Ἰησοῦν. Ὅταν θεωρῆ τό πνεῦμα τοῦ ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός, λέγει εἰς τόν εἰς τόν ἑαυτόν του: τό πνεῦμα μου δέν εἶναι τίποτε, ἐάν δέν πληρωθῆ καί δέν τελειωθῆ μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα». (Πόποβιτς Ιουστίνου, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Αστήρ, Αθήνα 1970, σελ. 123).

[18] Βλ. σχ., Γαϊτάνη Βασιλείου, Από την Επικοινωνία στην Κοινωνία, σελ. 271-273.

[19] Βλάχου Ιεροθέου, Το Πολίτευμα του Σταυρού, σελ. 111-112.


[20] Σωφρονίου Σαχάρωφ(Αρχιμ),  Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσεξ Αγγλίας 1991, σελ. 408-409.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου